Η Τουρκία που τα θέλει όλα...

Τέλος στις ψευδαισθήσεις και στις αυταπάτες της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας για τα όρια και τις δυνατότητες της πολιτικής κατευνασμού έναντι της Τουρκίας έδωσε η επίσκεψη Γιλντιρίμ στην Αθήνα.

Μια επίσκεψη η οποία απλώς έγινε ως περιτύλιγμα για την περιοδεία που πραγματοποίησε στην Κομοτηνή ο τούρκος πρωθυπουργός αλλά και η σύζυγός του, η οποία ακολούθησε άλλο, παράλληλο πρόγραμμα προκειμένου να καλύψει τα κενά που θα άφηνε η ολιγόωρη τελικά παραμονή του κ. Γιλντιρίμ στη Θράκη.

Οι επαφές μεταξύ των ηγεσιών των δύο χωρών είναι χρήσιμες, αλλά δεν πρέπει να υπηρετούν τελικά τον εξωραϊσμό της Τουρκίας, με την ελπίδα ότι έτσι το τουρκικό καθεστώς θα… αναγνωρίσει την ελληνική στήριξη και θα προβεί σε κινήσεις ουσιαστικής βελτίωσης είτε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είτε στο Κυπριακό.

Οι συναντήσεις και συνομιλίες του κ. Γιλντιρίμ στην Αθήνα έδειξαν ότι κυριαρχεί ακόμη η αντίληψη ότι η ανάπτυξη των διμερών σχέσεων σε οικονομικό, εμπορικό, τουριστικό ή ενεργειακό τομέα είναι αυτή που θα οδηγήσει σε βελτίωση και των πολιτικών σχέσεων και σε εκτόνωση των εντάσεων… Μια θεωρία που βεβαίως κάθε άλλο παρά έχει επιβεβαιωθεί από το 1999, όταν ξεκίνησε η σημαντικότερη προσπάθεια αποκατάστασης και αναθέρμανσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Τα «όμορφα λόγια» και τα «γλυκά χαμόγελα» πολλές φορές παρεξηγούνται στην Αθήνα, καθώς γεννούν προσδοκίες ότι σηματοδοτούν και γενικότερη αλλαγή στάσης και πολιτικής.

Ο κ. Γιλντιρίμ ήρθε στην Αθήνα και υπεραμύνθηκε του «δικαιώματος» της χώρας του να προβαίνει σε παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου, κατηγορώντας μάλιστα την Ελλάδα ότι και εκείνη πράττει το ίδιο. Πρόβαλλε, με «γλυκό» τρόπο, την αξίωση της Τουρκίας για «δίκαιο» διαμοιρασμό των αποθεμάτων υδρογονανθράκων της περιοχής, κάνοντας λόγο για «παγκόσμιο αγαθό», ενώ απαίτησε από την Ελλάδα την παράδοση των οκτώ τούρκων αξιωματικών, απειλώντας με συνέπειες στις ελληνοτούρκικες σχέσεις («να μην κάνουν οι πραξικοπηματίες πραξικόπημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις»). Τέλος, όσον αφορά το Κυπριακό, συνέδεσε τη λύση και την εγγύησή της με ανταλλάγματα στις ευρωτουρκικές σχέσεις, ενώ με πολύ έντονο τρόπο πρόβαλε και εμπράκτως μειονοτικό ζήτημα στη Θράκη. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι, όπως ο ίδιος είπε σε δηλώσεις του σε τούρκους δημοσιογράφους, έθεσε στη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό το ζήτημα των ψευδομουφτήδων καθώς και τα άλλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι «ομογενείς» στη Θράκη.

Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι η ελληνική κυβέρνηση δέχθηκε να κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον υπουργό Εργασίας της Τουρκίας, καταγόμενο από τα Αρριανά της Ροδόπης, Μεχμέτ Μουεζίνογλου, ο οποίος είναι από τους πιο ακραίους υποστηρικτές του τουρκισμού στη Θράκη και δεν διστάζει διαρκώς να υποστηρίζει την άποψή του, βάσεις της οποίας «η ‘‘Δυτική Θράκη’’ αποτελεί το κομμένο χέρι της Τουρκίας…».

Αποτελεί λάθος πάντως να περιορίζεται από την Αθήνα η καταγγελία και η αναφορά μόνο σε παραβιάσεις και παραβάσεις των τουρκικών μαχητικών της Τουρκίας στο Αιγαίο, αφού έτσι δίνεται η δυνατότητα ανέξοδα στη γειτονική χώρα να επιστρέφει τις καταγγελίες, καθώς δεν αναγνωρίζει τον ελληνικό εναέριο χώρο στην περιοχή μεταξύ 6 και 10 ν.μ. Είναι αναγκαίο οι αναφορές να εστιάζονται και στις υπερπτήσεις τουρκικών μαχητικών σε ελληνικά -κατοικημένα μάλιστα- νησιά, για τα οποία δεν υπάρχει καμιά απολύτως δικαιολογία, ούτε δυνατότητα αντιστροφής των καταγγελιών αυτών εκ μέρους της Άγκυρας.

Η Αθήνα έσπευσε να προσφέρει πλήρη στήριξη στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας και δυστυχώς αυτό έγινε χωρίς να ακουσθεί καμιά απολύτως προϋπόθεση, όχι από αυτές που θέτει η Κύπρος αλλά ολόκληρη η Ευρώπη, σχετικά με τη Δημοκρατία, τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα, την ελευθερία του Τύπου.

Δεν είναι η Ελλάδα που θα εμποδίσει την ενδεχόμενη (και αμφίβολη) ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, δεν μπορεί όμως να εμφανίζεται και ως η χώρα που θα αποτελεί τον πολιορκητικό κριό της Άγκυρας μπροστά στις πύλες της Ευρώπης, στηρίζοντας με λευκή επιταγή την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας.

Η διάψευση των προσδοκιών ότι αυτού του τύπου ο κατευνασμός θα έχει αποτελέσματα ήρθε την ίδια ώρα που ο τούρκος πρωθυπουργός ήταν στο Μέγαρο Μαξίμου, όταν συνεχίζονταν οι παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου στο Αιγαίο. Την επόμενη ημέρα η Τουρκία πραγματοποίησε υπερπτήσεις στους Φούρνους Ικαρίας, ενώ με NAVTEX αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία και αρμοδιότητα της Ελλάδας να εκδίδει NAVTEX για τη διεξαγωγή επιστημονικής έρευνας από το σκάφος «RV Hercules» στην περιοχή μεταξύ Ικαρίας, Φούρνων και Σάμου, περιοχή που προφανέστατα ανήκει στην ελληνική περιοχή ευθύνης για έκδοση NAVTEX και καλύπτει μάλιστα και ελληνικά χωρικά ύδατα.

Και, τελικά, την Τετάρτη το βράδυ, με την τελετή ανάγνωσης του Κορανίου και το κάλεσμα σε προσευχή από τον άμβωνα της Αγιά Σοφιάς, πρόσβαλε βαθύτατα το θρησκευτικό συναίσθημα εκατομμυρίων χριστιανών αλλά και το ίδιο το Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, δείχνοντας ότι κάθε άλλο πάρα έχει εγκαταλειφθεί η ιδέα για μετατροπή της σε τζαμί, αίτημα που και ο ίδιος ο κ. Ερντογάν έχει καλλιεργήσει στους οπαδούς του…

Η θρασύτατη μάλιστα απάντηση του τουρκικού ΥΠΕΞ στην ανακοίνωση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, που καταδίκαζε την προκλητική ενέργεια της Τουρκίας, επιβεβαιώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα θέματα αυτά η Άγκυρα: Το τουρκικό ΥΠΕΞ κάλεσε την Ελλάδα να γίνει… δημοκρατική και σύγχρονη χώρα και υπέδειξε στην Αθήνα να μην ομιλεί για την Αγιά Σοφιά, καθώς δεν αναγνωρίζει τους ψευδομουφτήδες, δεν επέτρεψε να γίνει προσευχή (σ.σ.: Με τους ιμάμηδες του ψευδομουφτή) στο τζαμί της Θεσσαλονίκης, που λειτουργεί ως μουσείο, ενώ, τέλος, τόνισε πως δεν υπάρχει ακόμη τζαμί στην Αθήνα…

Αυτά προς απάντηση της καταδίκης της προσπάθειας μετατροπής της Αγίας Σοφίας, μνημείου της UNESCO, σε τζαμί…

Όσο για το Κυπριακό, από την Τρίτη, στο ελβετικό θέρετρο Κραν Μοντάνα, θα δοκιμασθούν οι προθέσεις της Άγκυρας, που είναι βεβαίως απολύτως γνωστές και διατυπωμένες, αλλά, δυστυχώς, τόσο στην Αθήνα και κυρίως στη Λευκωσία υπάρχουν ακόμη ψευδαισθήσεις ότι ο κ. Ερντογάν θα κάνει την τελευταία στιγμή τη μεγάλη κίνηση που θα επιτρέψει την επίλυση του Κυπριακού.

Δυστυχώς, αρνούνται να δουν ότι στρατηγικός στόχος της Τουρκίας είναι η επίλυση του Κυπριακού όχι προς το συμφέρον των δύο κοινοτήτων και της ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή αλλά για την εξυπηρέτηση των δικών της γεωστρατηγικών επιδιώξεων. Και αυτή ακριβώς είναι η αιτία που οι προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού αποτελματώνονται ή καταρρέουν.

Όσο για τις οικονομικές σχέσεις, μετά την πώληση της Finansbank από την Εθνική Τράπεζα, είναι δραματικό εις βάρος της Ελλάδας το ισοζύγιο στις οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών, μετά και τις μεγάλες επενδύσεις τούρκων επιχειρηματιών σε ελληνικά λιμάνια, μαρίνες και ξενοδοχεία.

Και οι προσδοκίες για την Αθήνα περιορίζονται κυρίως στους τουρίστες που περνούν για ημερήσιες εκδρομές στα ελληνικά νησιά (πολύ συχνά με πλοιάρια τουρκικών ναυτιλιακών εταιρειών) και στην προσδοκία του Δήμου Θεσσαλονίκης ότι με την ονομασία δρόμων στη μνήμη του Κεμάλ Ατατούρκ θα αυξηθούν οι τούρκοι τουρίστες…

Η Τουρκία είναι γείτονας και είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε δίπλα δίπλα. Η ανάπτυξη σχέσεων είναι υποχρεωτική και πιθανόν να έχει αμοιβαίο όφελος. Η σημερινή Τουρκία όμως είναι πολύ πιο επικίνδυνη και απρόβλεπτη από όσο ήταν πριν από δέκα η είκοσι χρόνια.

Γι’ αυτό, ας μην αφήσουμε τα χαμόγελα του κ. Γιλντιρίμ, τις γαλιφιές του Αχμέτ Νταβούτογλου και τα ωραία λόγια του Ταγίπ Ερντογάν να μας δημιουργήσουν νέες ψευδαισθήσεις…

Κωνσταντίνος Τσάκαλος

Loading...
    Blogger Comment
    Facebook Comment