Οι μυστικες γλωσσες - τα κουδαριτικα


Τα κουδαριτικα
Όταν την εγνωρισα εγω ηταν κιολας εξηνταρα, ωστοσο θελκτικη γυναικα και προπαντος επικινδυνα καλλιεργημενη. Ζουσε περιορισμενη ζωη στην Αριστη του δυτικου Ζαγοριου, οπου υπηρετησε επι τριαντα χρονια ο αντρας της, ο γιατρος Αναστασης Τριγκας αλλα δεν φαινονταν να ζηταει και κατι περισσοτερο από τη ζωη.

Της αρκουσε η βιβλιοθηκη της, τα υγρα πρωϊνα στα μονοπατια της Πινδου και η γαληνη των κορυφογραμμων. Τη γνωση που με τοση επιμελεια συνελεγε, την θεωρουσε ως ειδος πρωτης ψυχικης αναγκης και δεν εδινε δεκαρα αν θα μπορουσε να χρησιμευσει σε κατι πιο πρακτικο.
Πολύ απλα, ηταν γεννημενη για να μαζευει λεξεις, όπως τα εντομα είναι καμωμενα για να μαζευουν νεκταρ.
- Εγω ειμαι σαν τις μελισσες που, αν δεν φτιαξουν μελι, πεθαινουν
Η κ. Αντιγονη Τριγκα καταγονταν από τη Βιβιανη της Κονιτσας. Ειχε δουλεψει για ένα διαστημα ως δασκαλα, σ’ ένα από τα ονομαστα ιδιωτικα σχολεια της Θεσσαλονικης αλλα μετα που παντρευτηκε τον Αλεξανδρο Τριγκα, παρατησε τη δουλεια της και τον ακολουθησε στην Αριστη, για να ζησει δια παντος στη σκια του.
Στο χωριο, την αποκαλουσαν: η Αντιγον’ τ’Τριγκα – ή απλως: η χηρα του γιατρου.
Ο λογος που με εφερε κοντα της, ηταν η εμμονη μου με τις μυστικες γλωσσες.
Απ’ ότι με ειχαν πληροφορησει συνταξιουχοι εκπαιδευτικοι των Ζαγοριων, η Αντιγον’ τ’ Τριγκα ηταν η μονη ισως σε ολο το Ζαγορι, που ειχε ασχοληθει συστηματικα με δαυτες και προφανως η πιο καταλληλη για να λυσει τις αποριες μου.
«Τα μαστορικά ή κουδαριτικα», λεει η Αντιγονη, «ηταν η μυστικη γλωσσα των μαστορων της πετρας.
Κουδαρ΄ς ονομαζεται ο μαστορας και κουδα είναι η πετρα.
Τον παλιο καιρο οι κουδαραιοι αποτελουσαν ένα ειδος συντεχνιας. Οι κουδαραιοι της Ηπειρου, που ησαν οι πιο ονομαστοι μαστοροι της πετρας, σε όλα τα Βαλκανια, οργανωναν ομαδες, τα μπουλουκια ή παρεες και εφευγαν απ τα χωρια τους μετα το τελος της Αποκριας, για να παν’ να σηκωσουν γεφυρια, εκκλησιες και κουφια οπουδηποτε τους πληρωναν.
Κουφια ονομαζονται στα κουδαριτικα, τα σπιτια.
Η περιπλανηση των μαστορων βαστουσε ως τον Νοεμβριο περιπου, οποτε επεστρεφαν στις εστιες τους, κουβαλωντας δωρα για τις οικογενειες τους, χρυσαφι για τους ιδιους και πολλες ιστοριες που ειχαν μαζεψει οσον καιρο τριγυριζαν εδώ κι εκει. Αλλωστε το φθινοπωρο η ντενα μικραινει και οι μεγαλες νυχτες του χειμωνα προσφερονται για ονειρα και για παραμυθια.
Ντενα είναι στα μαστορικα, η μερα…»

Οι μυστικες γλωσσες
«Ζουμε σε μια εποχη οπου το μυστικο, το ανειπωτο, το ιερο εχουν πλεον εξαφανιστει από την καθημερινοτητα μας. Τα παντα προσφερονται σε κοινη θεα. Αισθηματα, ενοχές, επιθυμιες, ποθοι, ιδεες, ψυχες και σωματα, εκτιθενται στα ματια ολλωνων, όπως τα προϊοντα στα ραφια των σουπερ μαρκετ. Ακομα και οι πιο μυχιες, οι πιο ανομολογητες πλευρες της ζωης μας, πωλουνται κοψοχρονια στις τηλεοπτικες υπεραγορες
Ζουμε στον καιρο της Μεγαλης Βιτρινας…
Εμενα όμως μ’ αρεσουν οι μικρες διαστασεις. Τα μικρα σπιτια, οι μικροι κηποι, οι κρυφες γωνιες, το σκιερο περιστυλιο της πραγματικοτητας. Αγαπω τους ανθρωπους που είναι δυσευρετοι, σπανιοι, δυσαναγνωστοι. Με ελκουν τα προσωπα που ξερουν να κρυβουν τα μυστικα τους, τα ματια που υποσχονται διαρκεις εξερευνησεις σε αχαρτογραφητες ηπειρους.
Και αναζητω τις μυστικες γλωσσες.
Τα κρυφα περασματα της Ιστοριας, τις υποσχεσεις για μια μυστικη Ενωση που δεν πραγματοποιηθηκε ποτε…
Γι αυτό ισως και να δειχνω τετοια εμμονη στο να ερευνω τις κρυφες γλωσσες των ανθρωπων, τις ιδιολεκτους που δεν λαλουνται πια, τις νεκρες προσδοκιες.
Τα μαστορικά ηταν μια τετοια γλωσσα.
Υπαρχουν όμως και άλλες.
Για παραδειγμα, τα μπουκουραιϊκα, που ηταν η συνθηματικη γλωσσα των ραφταδων της Ηπειρου ή τα ρομκα, που ηταν η συνθηματικη γλωσσα των γυφτων.
Παντου οπου αναπτυχθηκε μια συνεκτικη κοινωνικη ομαδα, που για τον αλφα ή βητα λογο αναγκαστηκε να ζει στο περθωριο μιας κοινωνιας, υπο συνεχη επιτηρηση και ενδεχομενως υπο κατατρεγμο, θα δεις ότι γεννηθηκε και μια συνθηματικη γλωσσα, που μιλιοταν από τα μελη της περιθωριακης ομαδας, ερημην των ξενων.
Οι κουδαραιοι ησαν αναγκασμενοι να διαβιουν το μεγαλυτερο μερος της ζωης τους ως ξενοι και μαλιστα υπο επιτηρησιν ξενοι. Αναζητουσαν δουλειες σε όλα τα Βαλκανια και τα αφεντικα σπανιως εδειχναν απολυτη εμπιστοσυνη, τοσο για την ποιοτητα της δουλειας οσο και για την υπακοη τους στα ηθη και στα εθιμα της κάθε περιοχης.
Τα μπουλουκια ησαν πολυπληθεις ομαδες.
Εξον από τον πρωτομαστορα και τους μαστορους, που αναλαμβαναν το σχεδιο και την οικοδομηση του κτισματος, υπηρχαν στην ομαδα και οι καλφες, δηλαδη οι μαθητευομενοι, οι φουραδιαρ΄δες δηλαδη οι ξυλουργοι, οι μαρμαρογλυπτες και ένα σωρο αλλες ειδικοτητες.
Οι περισσοτεροι απ αυτους ησαν νεοι και ακμαιοι ανδρες, που φυσικα αποτελουσαν θανασιμο κινδυνο για την αρετη των εντοπιων γυναικων και για την τιμη των συζυγων τους. Τα αφεντικα ή οι επιστατες τους, τους ειχαν υπο διαρκη επιτηρησιν, με συνεπεια οι επιτηρουμενοι να αναπτυξουν τη δικια τους μυστικη γλωσσα, όπως μυστικα κρατουσαν και τα ονειρα τους…»
 

Η τροφη
«Η γλωσσα των μαστορων ηταν καταρχην μια γλωσσα αναγκης, συνεπως περιειχε λιγες σχετικα λεξεις, γυρω στις 500, που εστιαζονταν κυριως στις τρεις βασικες αναγκες της ζωης.
Την τροφη, την εργασια και τον ερωτα…
Εξον από το ντ’νιατικου δηλαδη το ημερομισθιο, που το αφεντικο ειχε την υποχρεωση να το πληρωνει σε νομισμα, οι μαστοροι δικαιουνταν και την καθημερινη τους τροφη
Το μαγειρεμα το αναλαμβανε συνηθως η μπουρεσιου, δηλαδη η αφεντικινα, μαζι φυσικα με τις υπολοιπες γυναικες του σπιτιου.
Οι μαστοροι ειχαν τη φημη ανθρωπων που ετρωγαν πολύ, γι αυτό και στα μερη μας μπορεις ακομα να ακουσεις την παροιμια: «τρωγει σαν μαστορας».
Η καλωσυνη και η γενναιοδωρια του αφεντικου κρινονταν και από την ποιοτητα της τροφης που προσφερε στο μπουλουκι, οσον καιρο θα εργαζονταν για να ολοκληρωσουνε το εργο.
Μια από τις πρωτες ερωτησεις των κουδαραιων, προς αλλους μαστορους, όταν επισκεπτονταν έναν τοπο, ηταν "Τι μανο φουραει ο μπαρος, στου σελου?" που σημαινει τι σοϊ φαγητο προσφερει ο αφεντικος στο χωριο σας?
Αν τα γευματα αποτελουνταν κυριως από νιρουπουλια κι μιχου δηλαδη ψαρια και κρεας, τοτε ελεγαν ότι "φουραει ορματ’ ο μπαρος" δηλαδη είναι σωστος ο αφεντικος.
Αν όμως "η μπαρεσιου φουραει ολου κουκ΄ς, πρας΄ναδ΄ς κι φουσκοκοιλια" δηλαδη αμα η αφεντικινα εφερνε ολο κουκια, λαχανα και φασολια, τοτε κι οι μαστοροι αρχιζανε τα τσιρικουμα και τα πασαρια ηγουν τις κλεψιες και τα ψεμματα…
Ο προπαππος μου, ο Αθανασιος Κουδαρης, από τη Σιατιστα, εργαζονταν σε τετοια μπουλουκια μαστορων και ειχε οργωσει τα Βαλκανια, τον καιρο ακομα που δεν ειχαν οριοθετηθει συνορα μεταξυ των εθνικων κρατων αλλα ολοκληρη σχεδον η χερσονησος του Αιμου, πλην από το νεαρο Ελληνικο κρατος, ανηκε στην Οθωμανικη αυτοκρατορια.
Μπορω να σου δειξω ένα σημειωματαριο που κρατουσε από μνημης ο Αθανασιος Κουδαρης και που όταν επεστρεφε στη Σιατιστα, εβανε τον γκοτβα δηλαδη τον παπα να του το γραφει καθ’ υπαγορευσιν, επειδη ο ιδιος δεν ηξευρε γραμματα.
Σε σχεση με την τροφη, ο προπαππος μου εχει σωσμενον ένα διαλογο, που μπορεις να τον παραθεσεις κι εσυ στο κεμενο σου, αν σου αρεσει.
Ο διαλογος προφανως ελαβε χωρα όταν ο Αθανασιος σε καποιο από τα ταξιδια του, συναντησε εναν συντοπιτη του μαστορα και οπως το συνηθιζαν στα σιναφια, ζητησε να παρει πληροφοριες, για το τι καπνο φουμαριζαν τα εκει αφεντικα.
Ρωταει λοιπον ο Αθανασιος τον συμπατριωτη του.
- Φουραει ορματ’ ο μπαρος, κουδα μ’
[μτφρ. Εχετε καλον αφεντικο μαστορα?]
- Α, μπα… Βασμενους μας εχει ου τσιρκουματης. Ολο ραπου και κουλουβο τιποτις. Κι η μπαρεσου δεν αραζι ντιρλικωμα. Κραβισι μουρη λιγου μισσιους, μιαν ασπρουδα, κανα νιρουπουλ, έναν τροχο…Μονε πρασ’ναδες κι δρουτσιλες κι φουσκοκοιλια, η νιθερου. Μας παει το καριεβουνου, συννιφου…
[μτφρ. Α, μπα... Του θανατα μας εχει ο αρχιτσιγγουναρος. Ολο δουλεια κι από μεροκαματο τιποτα. Κι η αφεντικινα δεν μας διδει να φαγωμε, σωστα. Φερε μωρη λιγο κρεας, λιγο γαλα, κανα ψαρι, κανα κρασι… Μονο χορταρικα και φακες και φασολια, η μουλαρα. Μας παει το κλασιμο συννεφο…]
- Αμ ιγω ξισερνω πισου στου σελλου, κουδα μ’ να μανουριασου στουρναρις κι μπουλοβουκαντζια, να γυαλισ’ και την πιλικουδα μ’ που χου να την μπραχαλιασω, ενινηντα καλογηρους
[Αμ’ εγω γυρναω πισω στο χωριο μου, μαστορα. Να φαγω κοκκορους και βοϊδοκοίλια και να δω και την κοπελα μου, που εχω να την χαϊδεψω ενενηντα νυχτες…]
Η κοπελα του ηταν η προγιαγια μου, η Ισμηνη Ντρουνια η οποια εζησε μια ζωη στη σκια του αντρα της, ακουοντας τα παραμυθια που τις εφερνε από τις μεγαλες περιπλανησεις του, όπως κι εγω εζησα δια παντος στη σκια του γιατρου Αλεξανδρου Ντρινια, του αντρα μου.
Δεν το μετανοιωσα.
Δεν ξερω αν το ειχε μετανοιωσει η Ισμηνη…»
Αν δεν με ξεγελουσε η καχυποψια μου, ενα βαρυ συννεφακι σκεπασε αιφνης το τοσο καθαρο προσωπο της κας Αντιγονης Τριγκα….
Ο Ερωτας
Ο ερωτας στον καιρο των μαστορων
«Ο ερωτας» λεει η κ. Αντιγονη Τριγκα, «διαδραματιζε καιριο ρολο στη ζωη αυτων των περιπλανωμενων τεχνιτων, όπως φαινεται και από τον πλουτο των συνθηματικων λεξεων, που ειχαν επινοησει για να εκφραζουν τους ποθους τους, χωρις να τους παιρνουνε ειδηση οι νομιμοι κατοχοι των γυναικων.
Ένα προχειρο γλωσσαρι, που μπορω εδώ να σου δωσω από μνημης, είναι γεματο από τετοιες απαγορευμενες λεξεις…
Αγκιδα ονομαζονταν η γυναικα. Αν ηθελαν να πουνε για καποιαν πως ηταν ομορφη, χωρις να τους καταλαβει ο αντρας της, ελεγαν "φουραει ορματ’ η αγκιδα".
Τα πλουσια στηθη τα αποκαλουσαν γκουζβιτσια ή μπουκλις
Και τα ωραια οπισθια ντιαντιους
Τα ρηματα σκαπιζου και τρουγγιζου σημαινουν τα γενετησια πραξη, τη συνουσια.
Καντζιου ειναι το γκαστρωμα.
Το να κατζιωσεις την κορη του μπαρου, δεν ηταν κι ότι καλυτερο μπορουσε να συμβει σ΄έναν κουδα και συχνα τα μελη της συντεχνιας ειχαν να διαλεξουν αναμεσα στο να παντρευτουν την εγκυμονουσα ή να εξαφανιστουν.
Συνηθως διαλεγαν το δευτερο αλλα μετα δεν θα ξαναπατουσαν <στου σελου> δηλαδη στο χωριο, ουτε αυτοι, ουτε κανενας άλλος από το ενοχο σιναφι.
Ο ερωτας των περιπλανωμενων ηταν κατά κανονα εξοριστος.
Συνδεμενος με την ερωτικη ζωη των κουδαραιων ηταν και ο θεσμος των νυμφων της μιας νυχτας.
Οι νυμφες της μιας νυχτας ησαν ορφανες κοπελες, που στερουνταν προστασιας. Ζωντας κι αυτές στο περιθωριο της κοινωνικης τους ομαδας, προσφεραν τον εαυτο τους σε περιπλανωμενους μαστορους, πραματευταδες και παζαρτζηδες, για οσον καιρο αυτοι επρεπε να παραμεινουν στον τοπο. Μετα το περας της εργασιας, που μπορουσε όμως να κρατησει για μηνες, ο αντρας εφευγε πληρωνοντας στην κοπελα την εκ των προτερων καθορισμενη αμοιβη.
Δεν προκειται ακριβως για πορνεια, αφου οι νυμφες της μιας νυχτας αναλαμβαναν όλα τα χρεη μιας καλης συζυγου, επλεναν, σιδερωναν και μαγειρευαν για τον προσκαιρο συζυγο τους, απλως η γαμηλια σχεση τους ειχε ημερομηνια ληξεως.
Εξον αυτου, ο θεσμος ηταν ευρεως αναγνωρισμενος τουλαχιστον στη βορεινη Ελλαδα και στις νοτιοσλαβικες χωρες, οι περισσοτερες δε από τις κοπελες αυτές ησαν Βουλγαρες ή Ρουμανες, που ζουσαν τοτε στη Μακεδονια, στην Ηπειρο και στη Θρακη.
Όταν συγκεντρωναν το ποσο που τους χρειαζονταν για να φτιαξουν μια μικρη προικα, συνηθως παντρευονταν και ζουσαν ως κανονικες κυριες, αν θεωρησουμε βεβαια ότι η ζωη μιας κυριας, είναι η ζωη της παντρεμενης…
Στα σημειωματαρια του προπαππου μου, υπαρχει μια πολύ γαργαλιστικη ιστορια, για έναν νεαρο μαστορα που αφησε εγκυο μια τουρκοπουλα.
- Τι πραβιζ’ς κουδα μ’
[μτφρ. Πως τα πας μαστορα?]
- Ξισερνου στα Ντουκανα, να μανεψου τα κρανια
[μτφρ. Πηγαινω στα Γιαννενα, να φαω τα λεφτα που μαζωξα]
- Ιγω νταρευουμι
[μτφρ. Εγω παντρευομαι]
- Αμαν!
[μτφρ. Αμαν!]
- Καντζιωσα μια μιλιοπουλα και μ΄εβανε ο μιλιους την κουφιογιαννουλα στου κορφιαρ’ Τι ξιφλας, μ’ λεει: Νταρεμενους ή βασμενους?
[μτφρ. Γκαστρωσα μια τουρκοπουλα και μου εβανε ο Τουρκος το μαχαιρι στο κεφαλι. Τι λες, μου λεει: παντρεμενος ή πεθαμενος?]
- Φουραει ορματ’ η πιλικουδα?
[μτφρ. Είναι τουλαχιστον ομορφη η κοπελα?]
- Μωρε φουραει μπουκλις να μανεψουνε σαραντα κουδες αλλα ιγω ειμι να ξισερνου με το σ΄ναφι στ’ μακρινιτσα και να χου φανουρου του βλαχ’κου
[μτφρ. μωρε εχει κατι βυζακια να φανε σαραντα μαστόροι αλλα εγω ειμαι για να γυρναω στους δρομους με το σιναφι και να εχω για λαμπα το φεγγαρι]
- Ετσι π’ τα καμες ωρε μπορνοβουλου, σταμιβε τωρα στου κουφιου, να μανουρευεις τα λαγουλια.
[μτφρ. Ετσι που τα καμες ωρε βοϊδοπουλο, κατσε τωρα στο σπιτι, να ταϊζεις τα παιδια σου]
- Αχχχχ
[αμεταφραστο σε ολες τις γλωσσες του κοσμου]
Η μυστικη ζωη της Αντιγονης
Μιλωντας για την ερωτικη ζωη των μαστορων, η Αντιγονη φαινονταν ελαφρως συγχισμενη. Δεν ηταν λιγες οι στιγμες, οπου διεκοπτε τη ροη του λογου της, για να κρυφοκοιταξει εξω από το παραθυρο, εκει οπου απλωνονταν τα μυστηριακα οροπεδια της Βορειας Πινδου.
«Ζαγορι», μουρμουρισε «είναι σλαβικη λεξη. Σημαινει: τοπος πισω από τα βουνα.
Τα μερη εδώ, εκπεμπουν μια παραξενη ενεργεια. Σαν να μην εχει πεθανει εντελως το παρελθον. Οι ιστοριες των περασμενων ανθρωπων, οι τρομοι τους, οι ερωτες τους, τα φαντασματα τους, δεν χανονται ποτε ολοκληρωτικα. Είναι σαν οι ψυχες των ανθρωπων να χωνευονται μεσα στο απεραντο στομαχι των βουνων και να ζουν μια άλλη ζωη, εγκλωβισμενες στα σκοταδια της γης. Καπου-καπου όμως ξαναβγαινουν στην επιφανεια…
Τον αντρα μου τον αγαπησα οσο πιο βαθεια μπορει ν αγαπησει ανθρωπος, τον ανθρωπο. Του αφοσιωθηκα εξ ολοκληρου. Μπορω να σου πω ότι εζησα ως ένα κομματι από το πλευρο του.
Ωστοσο υπηρξαν στιγμες που…»
Σηκωνεται από τον σοφα, οπου συζητουσαμε ηρεμα ως τοτε, πινοντας τα καφεδακια μας και αφηνει την ψυχη της ελευθερη να σεργιανισει στα βουνα.
«Θα σε παραξενεψει» μουρμουριζει «το τι εννοω εγω προδοσια…»
Και μετα σκαει στα γελια.
«Θα σου πω τωρα μια ιστορια. Μια ιστορια που εχει να καμει με το δικο μου μυστικο
Πριν γνωρισω τον Αλεξανδρο Τριγκα, ημουν δασκαλα. Μαυρουδιαρα στη γλωσσα των μαστορων. Μονο που τα μαυρουδιαρικα δηλαδη τα βιβλια και οι ιστοριες που γραφονταν μεσα στα βιβλια, ηταν για μενα οι άλλες κορυφογραμμες της ζωης.
Ο Αλεξανδρος, όπως και ο προπαππος μου ο πρωτομαστορας Αθανασιος αντιλαμβανονταν τη ζωη μεσα σπο την προσωπικη τους δραση μεσα στον κοσμο. Εγω αντιλαμβανομουν τη ζωη μεσα από την εξιστορηση της δρασης αλλων ανθρωπων. Η σχεση μου με τα βιβλια ηταν η σχεση ενός αναπηρου πρωην χορευτη, με τον χορο.
Εβλεπα τις περιπετειες τους και τις ζουσα δι αντιπροσωπου.
Αυτό όμως το φευγιο από τον αληθινο κοσμο, με ειχε τρομαξει.
Ποια ημουν εγω, που αρμενιζα τις Νοτιες θαλασσες διαμεσου του Ρομπερτ Λιουϊς Στηβενσον, που εγκληματουσα διαμεσου του Ντοστογιεφσκυ και που ανεβαινα τον ρου του Αξιου, διαμεσου των μυστικων περασματων των καραβανιων?
Τι νοημα ειχε η ζωη μου, όταν εχτιζα πετρινα γεφυρια παρεα με τα σημειωματαρια του προπαππου μου, αντι πραγματικα να ματωνω τα χερια μου στις πετρες?
Ξερεις, πως οι πρωτομαστορες, προκειμενου να στεριωσει το κτισμα, θυσιαζαν ένα ζωντανο πλασμα. Αλλοτε εθαβαν στα θεμελια έναν <στουρναρη> δηλαδη εναν κοκκορα και αλλοτε την αγαπημενη τους γυναικα, αναλογα ισως με το ποσο σημαντικο ηταν το εργο για τους ιδιους.
Ο τροπος που πηγαινα εγω να χτισω τη ζωη μου ητανε περα για περα λαθος.
Δεν ζεις δι’ αντιπροσωπων.
Ενιωθα λοιπον ότι κατι θα επρεπε να θυσιασω για να στεριωσω τα γεφυρια μου μεταξυ της φαντασιας και της πραγματικοτητας. Κι αυτό που οφειλα να θυσιασω ηταν ότι αγαπουσα περισσοτερο – εκεινη τη νεραϊδογεννημενη Αντιγονη.
Όταν γνωρισα τον αντρα μου, θαυμασα τη ρωμαλεα βουληση του για Ζωη. Ο Αλεξανδρος Τριγκας, δεν ηταν ενας απλος γιατρος που φιλοδοξουσε να καμει καριερα.
Ηταν ενας ιεραποστολος της Ζωης.
Αν εγω ως τοτε, ακροβατουσα με το ένα ποδι μου χωμενο περαγια περα στη φατνασια, αυτος πατουσε και με τα δυο του ποδια γερα στην πραγματικοτητα.
Στο Συμπαν, ελεγε ο Αλεξανδρος, υπαρχει μονο μια σταθερα – η ταχυτητα του φωτος. Στο ανθρωπινο συμπαν όμως, η μονη σταθερα που μπορει να αναγνωρισει κανεις είναι η Ζωη.
Οτι προωθει τη ζωη είναι καλο.
Οτι την αντιμαχεται είναι σκαρτο…
Αγαπησα τη βουληση του για ζωη, την απλοτητα των αξιων του και την δυναμη του να ξεπερνα κάθε αντιξοοτητα προκειμενου να πραξει ότι πιστευε πως ηταν σωστο να πραξει.
Σ’ αυτόν θυσιασα την Αντιγονη μου.
Στα δικα του θεμελια, εθαψα έναν εαυτο που με τρομαζε.
Τον εκαμα το γεφυρι μου για να σεργιανισω στον κοσμο.
Και ξερεις, δεν το μετανοιωσα.
Το γεφυρι μας στεριωσε…
Γνωριζεις όμως οτι στους θρυλους των μαστορων λεγεται και κατι ακομα. Λεγουν πως αν θαψεις στα θεμελια ένα αγαπημενο πλασμα, στεριωνει μεν το γεφυρι αλλα ο θρηνος του θαμμενου μπορει καποιες νυχτες να ξεφυγει από τα βαθη της πετρας.
Και να σε ξαναβρει!
Τον αντρα μου τον αγαπησα με παθος και, συμφωνα με τους νομους των ανθρωπων, ισως και να μην τον προδωσα ποτε.
Όχι όμως με τους νομους των φαντασματων…
Αυτή η νεαρη και νεραϊδογενητη μαυρουδιαρα, που καποτε εθαψα βαθεια στα θεμελια της νεας μου ζωης, δεν ειχε πεθανει εντελως.
Καποιες νυχτες ξετρυπωνε από τα εγκατα της γης και ερχονταν να μου θυμισει τις μυστικες γλωσσες που τοσο ευσυνειδητα ειχα προσπαθησει να αφησω πισω μου…
Θυμαμαι μια τετοια νυχτα, λιγο καιρο μετα που ειχα γεννησει το δευτερο μας παιδι.
Ο Αλεξανδρος κοιμοτανε αμεριμνος, όπως και το μικρο μας βρεφος, που η ανασα του ακουγονταν γαληνια πλαϊ στο συζυγικο κρεβατι.
Εγω όμως δεν ειχα γαληνη.
Εξω από το γλυκο μας κουκουλι, λυσομανουσε η ανοιξιατικη εκρηξη των βουνων. Η τσουχτερη ψυχρα δεν ηταν ερκετη για να καταλαγιασει τη ζωϊκη ζεστα, που ειχε αρχισει να τσουρουφλιζει τα ζουζουνια και τα σωματα των κοριτσιων. Ηταν σαν να ακουγα κρυφα μεσα στο σκοταδι, τον θορυβο που καμουν τα νυχτοπουλια όταν ζευγαρωνουν. Και παραπερα, πισω από τα αρχαια περασματα των βουνων, ακουα τις αλλοτινες κραυγες των καραβαναρηδων, καθως οδηγουσαν τα αλογα τους, φορτωμενα υφασματα και ποθους, στα χανια της Βοσνιας…
Η θαμενη Αντιγονη, η ερωμενη των ξωτικων, αποκτησε αξαφνα σαρκα και αιμα. Κι ηρθε να μου ξυπνησει τους ποθους που νομιζα από καιρο καταλαγιασμενους.
Το κορμι μου καιγονταν. Μου ηταν αδυνατο να επιβληθω σε κεινη τη ρωμαλεα ανοιξη των χυμων και να παραμεινω ησυχη διπλα στον αντρα μου και στα παιδια μου, ωσοτου να ξημερωσει και να ξεχαστουν τα τρομερα φαντασματα του σκοταδιου.
Βγηκα από τα ζεστα και ασφαλη μας σκεπασματα, αθορυβα σαν νυχτεριδα.
Παρα το ανοιξιατικο κρυο, ημουνα μουσκεμα στον ιδρωτα.
Εριξα προχειρα πανω μου ένα πανωφορι και πεταχτηκα εξω από τους τοιχους του σπιτιου μας,ποιυ ξαφνικα μου φαινονταν σαν τοιχοι φυλακης.
Εστησα αυτι να ακουσω τις μακρινες μου φωνες.
Ναι, ημουνα σιγουρη – κι ακομα ειμαι, πως όλα αυτά δεν ησαν καθολου ένα παιχνιδι των αισθησεων.
Λιγο πιο περα από τις καθημερινες μας ζωες, στα παλαια μονοπατια των καραβανιων και των μαστορων, μια άλλη ζωη λαβαινε χωρα. Μια αγρια και ιερη τελετη της Ανοιξης, στη οποια συμμετειχαν οι σκιες ολων αυτων των προσωπων και των ποθων και των χαμενων οραματων, που οι ανθρωποι θαβουμε βαθεια μεσα μας, για να μην μας καταπιουν.
Και τοτε ητανε σαν να κοπηκε ο νους μου.
Δεν υπηρχε πια η κυρια Αντιγονη του Τριγκα.
Δεν υπηρχε κανενα ονομα, κανενας προσδιορισμος. Ημουνα ολοκληρη σαρκα. Ημουνα το ιδιο φασματικη και απροσδιοριστη, όπως η νεαρη δασκαλα που ζουσε τη ζωη μεσα από τα φαντασματα της.
Οι αξονες που με κρατουσαν δεμενη στην καθημερινοτητα, διερραγησαν.
Αρχισα να τρεχω μουγκριζοντας σαν μαιναδα, προς την κατευθυνση οπου ακουγονταν οι φωνες των καραβαναρηδων. Δεν ειχα βανει ουτε παπουτσια και τα γυμνα μου πελματα ξεσχιζονταν στις αγριαδες του δρομου. Αλλα δεν καταλαβαινα ουτε πονο, ουτε κουραση, ουτε τιποτα. Ουρλιαζα και αλυχτουσα σαν ξαναμενη σκυλα.
Πρεπει να εφτασα ως τη γεφυρα, κατω στο ποταμι.
Κι εκει αναμεσα στους βαρεις κορμους των πλατανων, ξεκρινα τις φωτιες και τους χορους.
Ανθρωποι χωρις προσωπα, ανδρες και γυναικες, αγωγιατες, μαστοροι της πετρας, νεραϊδες, παραγιοι και τραγουδισταδες αγκαλιαζονταν και ενωνονταν σε μια περαν κάθε λογικης ιεροτελεστια, σε έναν βεβηλο και κτηνωδικο χορο, οπου τα σωματα ειχαν τον πρωτο και τον μοναδικο λογο.
Κανεις δεν ηξερε ποιος ή ποια ηταν διπλα του, κανεις δεν ανανγνωριζε ποια χερια εγδερναν μανιασμενα τη σαρκα του. Ηταν σαν να ειχαν διαλυθει τα ορια του Χρονου και να ενωνονται εναλλαξ οι ζωντανοι με τους πεθαμενους, οι παρακατιανοι με τους κυριους, οι κακομουτσουνοι με τους ομορφους. Ηταν σαν κάθε τι που ειχε ζησει μια φορα απανω σ αυτή τη γη, να ξαναζουσε για παντα.
Μυριζες φωτια, σπερμα και λιβανι.
Ηταν η μαγικη και Υπερτατη στιγμη μιας αλλης παρουσιας, οπου η ζωη εγκαθιδρυε οριστικα τη Νικη της απανω στον θανατο.
Πεταξα το πανωφορι μου και ετσι γυμνη από ονοματα και από προσδιορισμους ριχτηκα στο Ιερο Οργιο.
Δεν ημουν πια μια μυστικη γλωσσα.
Ημουν η ιδια η γλωσσα μου και όλα τα πλασματα γυρω μου, ηξεραν παλι να μιλησουν αυτή τη μια και μοναδικη λησμονημενη γλωσσα, που μιλιοτανε στην Πλαση πριν από τον καιρο της Βαβελ…
Με βρηκανε το πρωί μισολιποθυμη, να σερνομαι στις οχθες του Βοϊδοματη.
Τα ποδια μου και ολο το κορμι μου ηταν γεματο μελανιες κα;ι γραντζουνισματα. Σαν να με ειχαν δαγκωσει εκατονταδες στοματα. Σαν να με ειχαν ρουφηξει εκατονταδες χειλη. Σαν να ειχα απεκδυθει οσα ημουν πριν και οσα θα ημουν μετα.
Με περιεθαλψε ο αντρας μου, που απεφυγε να καμει το παραμικρο σχολιο.
Πολυν καιρο μετα και αφου πια ειχα ξαναγυρισει στην γνωστη Αντιγονη του Τριγκα και όλα πηγαιναν ρωλοϊ στην καθημερινη συμβιωση μας, εκαμε μονο μια αοριστη παρατηρηση, ότι υπαρχουν στιγμες στη ζωη ολωνων μας, που αναζηταμε απεγνωσμενα έναν ευρυτερο εαυτο…
Αλλα απεφυγε να το συζητησει άλλο μαζι μου.
Το αντιλαμβανονταν κι αυτος, όπως το αντιλαμβανομουν κι εγω, ότι επροκειτο για μια προδοσια αλλα ποιος από μας μπορει να θαψει εντελως έναν αρχεγονο εαυτο και να μην τον αφησει να ξαναβγει, εστω και για μια φορα, εστω και για μια νυχτα?
Οι σκιες μας είναι καπου εκει και μας περιμενουν, μιλωντας ακομα τις μυστικες γλωσσες που εμεις προσπαθουμε να τις λησμονησουμε…»
 
Η αλληλεγγυη των μυστικων
Στα σημειωματαρια του πρωτομαστορα Αθανασιου Κουδαρη, του προπαππου της Αντιγονης, υπηρχε καταγραμμενη μια πολύ περιεργη φραση, διατυπωμενη φυσικα στη μυστικη γλωσσα των μαστορων
Τη φραση αυτή την ειχανε χαραξει σε μαρμαροπλακες, το <ισναφι>, δηλαδη η παρεα του Αθανασιου, σε διαφορα σημεια του δρομου, που οδηγουσε από τα Γιαννινα στα Πραμαντα – ένα από τα μεγαλυτερα ορεινα χωρια των Τζουμερκων.
«Ιδω στη μακρινιτσ’ του Αη Στρατη, εβανε ραπου του μπουλουκ’ τ’ Αθανασιου, από Σιατιστα και στησαμεν γιοφυρι
Δικα οκτω κουδαραιοι ημασταν και εξι κουδαροπ’λα αλλα τα μανουριασανε τα ντινιατ’κα μας, οι φαγανες κι οι γκουλιατ’δες κι ου γκοτβας και ξεμειναμεν βασμενοι. Ουλοι οι κουδαραιοι να μανθανουν αυτά και να φουραν’ καψαλα, αμα τις τσιφλιαζουν για ραπου, ηυτουνοι ιδω οι τσιρκουματ’δες…»
Η μεταφραση, όπως μου την εκαμε η Αντιογονη, εχει ως εξης: Εδώ, στον δρομο του Αη Στρατη, εκλεισε δουλεια το σιναφι του πρωτομαστορα Αθανασιου, από τη Σιατιστα και χτισαμε γεφυρι. Δεκαοκτω μαστοροι ημασταν και εξη μαστοροπουλα αλλα μας τα μασησανε τα μεροκαματα οι δημοσιοι υπαλληλοι και οι επιστατες και ο παππας και ξεμειναμε παμπτωχοι. Ολοι οι μαστοροι να τα μαθαινουν αυτά και να φευγουνε αμα τους μιλανε για εργασια αυτοι εδώ οι κλεφτες…
Τα μπουλουκια των μαστορων που οργωναν τις δημοσιες των Βαλκανιων, προκειμενου να χτισουνε πετρινα γεφυρια ή εκκλησιες ή σπιτια, δεν ειχαν κανενα επισημο μεσο προστασιας.
Ειτε επι Βυζαντιου, ειτε επι Οθωμανικης αυτοκρατοριας, ειτε και αργοτερα επι του νεοσυστατου Ελληνικου κρατους, ο ελεγχος της κεντρικης εξουσιας, στις απομακρυσμενες περιοχες ηταν εντελως ανεπαρκης εως και ανυπαρκτος.
Τον καιρο εκεινο αλλωστε δεν υπηρχαν κλαδικες συμβασεις, ουτε άλλες νομοθετικες ρυθμισεις προστασιας της εργασιας, πλην από το γενικο πλαισιο των συντεχνιων, που όμως λειτουργουσε αποτελεσματικα μονο στις μεγαλες πολεις.
Εν ολιγοις, οι συμφωνιες μεταξυ των μπουλουκιων και των εργοδοτων τους κλεινονταν κυριως βασει της καλης πιστης. Αν ο εργοδοτης, που συχνα μπορει να ηταν ενας ισχυρος αγας ή καποιος προεστος, δεν γουσταρε να πληρωσει τους μαστορους και ειχε αρκετους κατσαπλιαδες για να τον προστατευσουν, ηταν σχεδον αδυνατον οι αδικημενοι να βρουν το δικιο τους.
Στην πραξη ωστοσο αναπτυχθηκε ένα πολύ αποτελεσματικο συστημα προστασιας των περιπλανωμενων μαστορων, που στηριζονταν στην αλληλεγγυη των μπουλουκιων.
Η φραση που η ομαδα του πρωτομαστορα Αθανασιου φροντισε να χαραξει σε διαφορα ευδιακριτα σημεια του δρομου, απευθυνονταν ακριβως σε αλλα μπουλουκια μαστορων και προειδοποιουσε ότι στα μερη εκει, οι δημοσιοι υπαλληλοι, οι αρχοντες και οι λογης αφεντικοι ησαν παρ’ τον έναν και βαρα τον αλλον.
Συμφωνα με τους αγραφους αλλα απαραβατους νομους των μαστορων, όταν ένα ισναφ’ εμενε απληρωτο και δεν αποτελειωνε το εργο, κανενας άλλος συναδελφος τους δεν αναλαμβανε να το αποτελειωσει!
Οι αδηφαγοι αφεντικοι που θα επιχειρουσαν να ξεγελασουν ένα μπουλουκι και να τους αφησουνε νηστικους ή να τους γελασουνε στα χρηματα, επρεπε να γνωριζουν ότι δεν θα εβρισκαν κανεναν συναδελφο τους, για να τους τελειωσει τη δουλεια – ή, αν το εργο ειχε αποπερατωθει, δεν θα εβρισκαν αλλους μαστορους στο μελλον, για να τους φτιαξουν ουτε καμπαναριο!
Η αλληλεγγυη των μαστορων, που διατηρηθηκε σε ισχυ κοντα δεκαπεντε αιωνες, φαινεται ότι δεν διεραγη ποτε!
Τα μπουλουκια πηγαινοερχονταν στα Βαλκανια σηκωνοντας αξιοθαυμαστα κτισματα, τοσο στον καιρο των Ισαυρων, οσο και στην εποχη του Αβδουλ Χαμιτ και μετα, επι Οθωνος και επι Βενιζελου.
Η αλληλεγγυη των ανθρωπων αυτων, που συνδεονταν με μια μυστικη γλωσσα και με έναν ιδιομορφο κωδικα τιμης, ισως να ητανε η βασικη αιτια που τους κρατησε ζωντανους, απεναντι στη βουλιμια των αφεντικων και στην αρπακτικοτητα των υπαλληλων τους.
Αξιζει να σου πω ότι το συστημα των συντεχνιων, που προσφερε στα μελη του ένα σεβαστο ποσοστο ασφαλειας σε μια διαρκως απειλουμενη και μεταβαλλομενη κοινωνια, διατηρηθηκε σχεδον αναλλοιωτο, σε ολη τη διαρκεια της Βυζαντινης αυτοκρατοριας και κατοπιν στο μεγαλυτερο μερος της Οθωμανικης, μεχρι τουλαχιστον τον καιρο του τανζιματ, δηλαδη του εξευρωπαϊσμου της Τουρκιας, που ξεκινησαν οι σουλτανοι του 19ου αιωνα.
Ο θεσμος των συντεχνιων εχει κατασυκοφαντηθει στις μερες μας, κυριως διοτι αντιμαχεται τον βασικο πυρηνα του καπιταλιστικου συστηματος, που απαιτει τον απολυτο ατομικισμο και την πληρη εξαφανιση κάθε εννοιας συλλογικοτητας, ετσι ώστε ο ανθρωπος να καταντησει μια απροστατευτη, μικρη και ευκολα χειραγωγισιμη παραγωγικη μοναδα, στα νυχια των εκμεταλλευτων του.
Η αλληλεγγυη των παλιων μαστορων, να εισαι βεβαιος ότι θα φανει εξωπραγματικη σε έναν συγχρονο βουλιμιαιο επιχειρηματια, ο οποιος θεωρει ως το πρεπον σστημα για τον ανθρωπο, την κατασταση της αγριας ζουγκλας.
Λαβε μονο υποψη σου ότι σε κάθε γωνια της λεγομενης ελευθερης αγορας, επιτιθενται διαρκως νεοι αδηφαγοι γραβατοπειρατες, που κατεβαζουν επιτηδες τις τιμες, ώστε να εξοντωσουν τους ανταγωνιστες τους και να αρπαξουν αυτοι το μονοπωλιο του προϊοντος τους, με απακολουθο τον γενικο εξευτελισμο τοσο των προϊοντων, οσο και του ιδιου του ανθρωπου, που εθιζεται στην υπερμετρη καταναλωση του ατελευτητου σκουπιδαριου, που ονομαζουνμε σημερα πληθωρα υλικων αγαθων και υπηρεσιων!. Η περιφημη αυτορυθμιση της ελευθερης οικονομιας, δεν είναι τιποτε άλλο από μια εφιαλτικη συρρικνωση της ανθρωπινης αξιοπρεπειας της αξιας της εργασιας και της σημασιας του ιδιου του εμπορευσιμου αγαθου.
Όχι μονο δεν υφισταται κανενος ειδους αλληλεγγυη μεταξυ των παραγωγικων ομαδων που δημιουργουν τον πλουτο, οπως στον καιρο των παλαιων μαστορων αλλα αντιθετως εχει επιβληθει σε όλα τα παραγωγικα στρωματα ο κοινωνικος αυτοματισμος, ενώ ο ανθρωπος κατηντησε να καμει σημαια του, το ο θανατος σου η ζωη μου.
Η μυστικη γλωσσα των μαστορων της πετρας, όπως ολες σχεδον οι μυστικες γλωσσες, εξασφαλιζαν σε κεινους που τη λαλουσαν, τη βεβαιοτητα ότι δεν είναι μοναχοι τους στον κοσμο. Ότι ο ανθρωπος δεν ηρθε σ αυτόν τον κοσμο με σκοπο να παραξει οσο το δυνατον περισσοτερα φτηνοπραγματα, τα οποια δεν τα χρειαζεται κανενας, πλην εκεινων που πλουτιζουνε από δαυτα.
Και, πανω απ’ όλα, ότι ο πολιτισμος, η εργασια και η παραγωγη των πνευματικων και των υλικων αγαθων είναι υποθεση μιας ευρυτερης συλλογικοτητας.
Κανενας δεν δημιουργει από μονος του Πολιτισμο.
Το συνδρομο του Μογλη, σημαινει απλως ότι ένα πλασμα αποκομμενο από μια ευρυτερη πολιτισμικη, παραγωγικη και οικονομικη μοναδα, δεν θα είναι ικανο να αρθρωσει ουτε γλωσσα.
Σε αντιθεση με τον σημερνο κοσμο της ζουγκλας, οπου ο καθενας από μας νιωθει ξεκομμενος και μετεωρος τοσο στην κοινωνια του, οσο και στην ιστορια του, που ισως και γι αυτό να παρατηρειται μιαν ολοενα αυξανομενη γλωσσικη υποβαθμιση, σε άλλες εποχες οι παραγωγικες ομαδες ειχαν τη δυναμη να εμπλουτιζουν τις συνειδησεις των μελων τους, με μια διακριτη ταυτοτητα, που τους επετρεπε να αναγνωριζουν το προσωπικο τους χναρι μεσα στον κοσμο και την Ιστορια.
Για να εχουμε συνειδηση του τι ειμεθα εμεις οι ιδιοι, πρεπει να διαθετουμε, πρωτα μια συλλογικη συνειδηση για να το προσδιορισουμε μεσα στον Χρονο και στον Χωρο και ακολουθως μια γλωσσα, για να το εκφρασουμε, στον εαυτο μας και στους γυρω μας.
Μετεωροι μεσα στο Μηδεν της αρπαχτης μας, δεν ειμαστε παρα φτηνοπραμματειες
που συντομα θα πεταχτουν στα σκουπιδια..."
 
προχειρο γλωσσαρι

Αιδοιον = τσαφκι

[Η λεξη εννοει το θηλυ γεννητικον οργανον, ηγουν το μουνι. Το αρσενικο γεννητικο οργανον αποκαλειται: παλιος]

* Τα κουδαραιϊκα είναι δημιουργημα αποκλειστικως αρρενων γλωσσοπλαστων, καθοτι τον καιρο εκεινον, οι γυναικες καθοντουσαν στα σπιτια τους και δεν ανακατευοντουσαν στις δουλειες των ανδρων. Συνεπως προκειται για γλωσσα αμιγως φαλλοκρατικη…

ακουω = τσιλιζου

αργια, καθισιο = σταμιμα

αργω, καθομαι, αραζω = σταμεβου

αφεντικος, κυριος, αρχοντας = μπαρός

αφεντικίνα = [η] μπαρέσιου

άντρας = ντατ’ς

Βυζακια [θηλεως προφανως] = γκουζβιτσα ή μπουκλις

[συνανταται κυριως σε φρασεις με σεξουαλικο περιεχομενο, π.χ. φουραει γκουζβιτσα η αγκιδα = εχει ωραια βυζακια η κοπελα, μπουκλις για πραχαλτζ’μα = βυζακια για χαϊδεμα]

βιβλια = μαυρουδιαρ’κα

[Από το ουσιαστικο μαυρουδια, που σημαινει: τα γραμματα]

* Στη συντριπτικη τους πλειοψηφια οι κουδαραιοι, ησαν εντελως αναλφαβητοι. Μιας και δεν ηξεραν λοιπον να ξεχωρισουν το κάθε γραμμα, τα αποκαλουσαν όλα μαζι, μαυρουδια διοτι ετσι τα αντιλαμβανοντουσαν. Είναι, σαν να λεμε το συνδρομο του Κινεζου. Μιας και δεν εχουμε συνηθισει τις φατσες τους, τους βλεπουμε ολους ιδιους και τους αποκαλουμε κιτρινιαρηδες ή σχιστοματες…

βλεπω = βιζιωνου ή γυαλιζου

βοδι = μπουλοβου

βοϊδακι = μπουλοβακι

βρακι = καστελ’ ή σακους

βροχη = ταμπακου

βρεχει = ταμπακιζει

βρυση = η κατουρου

Γάμος = νταρους

γαλα = ασπρουδ’

γαμπες γυναικειες = αγουγιατ’ς ή τσερα [π.χ. βιζιωνω τσ’ αγουγιατ’ς = παιρνω ματι τις γαμπες της]

γαϊδουρα = μπασμαδου

γέρος = κρουτους

γνωριζω = τολιζου [π.χ. τολιζεις τα κουδαραιϊκα = γνωριζεις τα μαστορικά?]

γρια = κουρτσα ή κρουτσου, σταμου [εχει και τη σημασια της μανας]

γυαλια = τζαμια

γυναικα = αγκιδα ή ζιενα [π.χ. φουραει ντιοντιους η ζιενα = εχει έναν κωλο, η γυναικα…]

γυφτος = μπαγγους

γυφτοπουλα = μπαγκοπουλα

γκαστρωνω = καντζιενου

γραμματα = μαυρουδιαρ’κα

Δασκαλα = μαυρουδιαρα

δασκαλος = μαυρουδιαρ’ς ή μαυρουδης

διδω = αραξω [π.χ. αραξι μια φουντιαρα = δωκε μου ένα τσιγαρο]

δικηγορος ή δημοσιος υπαλληλος = φαγανα

* Μελετωντας τις παλαιες ιδιολεκτους, διαπιστωνει κανεις ότι στον τοπον αυτόν, μερικα πραγματα παραμενουν ιδια…

δουλειά, εργασια = [η] ραπου

δραχμη = ραλουτου

δρομος = μακρυνιτσα

δρουτσιλου = η φακη

εγκυος = καντζιουμεν’

εργασια = ρουπου

ερχομαι = ξεσερνου [το ρημα εχει και τη σημασια του πηγαινω ή φευγω, π.χ. που ξισερν’ς = που πας, ξισερν’ η νιθερου = ερχεται η φοραδα…]

ερχομος = ξεσυρμα

εχω, ειμαι, φερω, διαθετω = φουραου [το φουραω χρησιμοποιειται συχνοτατα και ως βοηθητικο, π.χ. φουραει ορματ’ η μπαρεσιου = είναι ομορφη η αφεντικινα, φουραει τσεπους ο μπαρός = εχει φραγκα ο αφεντικος]

Ημερα = ντένα

ημερομισθιο = ντινιατ’κου, κουλουβο

ηλιος = ρανους ή ραϊκους

Ιωαννινα = Ντουκανα [η λεξη εχει και τη σημασια του μεγαλου. Χρησιμοποιειται για τα Ιωαννινα επειδη ηταν η μεγαλη πολη της Ηπειρου]

Καμω = πραβιζω [συχνα με την εννοια του φτιαχνω ή του διαγω, π.χ. τι πραβιζ΄ς κουδα μ’ = τι καμεις μαστορα? Τι φτιαχνεις τωρα μαστορα?]

καταβρεγμα = ταμπακιασμα [χρησιμοποιειται και επι τιμωριας, π.χ. μι καταβρεξ’ η νιθερου = με εκαμε μουσκεμα η μουλαρα]

κατουραω = μοντσεβου

κατουρο = μουτσιμα

κεφαλι = κουρφιαρ’

κλεβω = τσιρικανου

κλοπη = τσιρικουμα

κλεπτης = τσιρκουματης

κοιλια = καντζιου

κοτα = στουρναρα [μεταφορικα και επι γεννας, π.χ. στουρναρισ’ η στουρναρα = γεννησε η κλωσσα]

κοκκορας = στουρναρας

κρασι = τροχος

κρεας = μισιου

κωλος = ντιαντιους [π.χ. τ’ ντιαντιου τα εννιαντενα = του κωλου τα εννιαμερα]

* Επαναλαμβανω εδώ ότι τα μαστορικα είναι γλωσσα εξοχως φαλλοκρατικη. Συνεπως βριθουν από λεξεις και από φρασεις, που διαθετουν σεξιστικο περιεχομενο και αντιμετωπιζουν τη γυναικα, κυριως ως σεξουαλικο αντικειμενο. Τωρα βεβαια, κατά ποσον είναι καλυτερα τη σημερον ημερα, που οι κυριες αντιμετωπιζονται από τους κυριους ως απλοι συναδελφοι στο γραφειο, αποτελει ένα ζητημα…

λαμπα = φανουρου

λαχανικα = πρασ’ναδια

Μαλλια = απαλουδια

μαστορας = κουδαρ’ς [πληθ. κουδαραιοι] ή κουδας

μαχαιρα = κουφιουγιαννουλα

μουστακι = βουτ’

μεγαλος, Τρανος, Προεστος = γκουλεμους

μικρος = μολετσ’κους

μπατσος, χωροφυλαξ, επιστατης και αλλα κακα συναπαντηματα = γκουλιατ’ς

Ντροπη = μανουρου [π.χ. δε φουραει μανουρου = δεν ντρεπεται]

νυχτα = καλογηρους

Ομιλω = ξιφλιαου π.χ. τι ξιφλιας ισυ ωρε ασακουτι? = τι μιλας εσυ, ρε αβρακωτε?

ομιλια = ξεφλιασμα

ομορφος, καλος = ορματος [συχνα και περιφραστικα: π.χ. φουραει ορματ’ = είναι

ομορφη]

Παιδια = λαγουλια [εχει και τη σημασια των μικρων βοηθων στο μπουλουκι, π.χ. Ημαστε τρεις κουδαραιοι και δυο λαγουλια = ειμαστε τρεις μαστοροι και δυο παιδια/βοηθοι]

παντρευομαι = νταρεύουμι

παπας = κοδβας

παπαδια = κοδβινα

πεθαινω = βαζου

πεθαμενος [ενιοτε και ο παμπτωχος] = βασμενους

πεος = [ο] παλιος

περδομαι = καριευου

πινω [αλκοολ] = τροχευου

πληρωνομαι = κρανιαζου

πουτανα = κουφαλα

Ρουχα = ξουλια

Σεξ [συνουσια] = σκαπους ή τρουγγους

σιωπη, σκασμος = μουκου

σπιτι = κουφιου

συγγενης = ανταμηδους

συνουσιαζομαι = σκαπιζου ή τρουγγιζου [π.χ. σκαπισε τη κουδβινα κι μανουρεψε τον κουρφιαρ’ του = πηδηξε την παπαδια κι εφαγε την κεφαλη του]

Τουρκος = μιλιους

Τουρκοπουλα = μιλιοπουλα

τσιγαρο = καροφυλλου ή φουντιαρα

τροφη = μανου ή ντιρλικ

τρωγω = μανευου ή ντιρλικωνου

Υπνος = γκιμος ή ζαπους

Υπνωττω = ζαπευου

Φασολια = φουσκοκοιλια

φευγω [την κοπαναω] = καψαλιζου, φουραω καψαλα

φοραδα = νιθερου [εχει και τη σημασια της μουλαρας]

φτιαχνω = κραβιζου

Χαϊδευω = πραχαλιτζιου

χαδι = πραχαλιτζ’μα

χερια = κλωναρια

χρηματα = κρανια

χτυπω = γκαβιαζου

χωριο = σελλου

Ψαρι = νιρουπουλ’

ψειρα = κοζα

ψεμματα = πατσαρια

ψωμι = μανο

Να σημειωσω εδω δυο πραγματα.
Πρωτον, τα μαστορικα αναπτυχθηκαν στις περιοχες της Ηπειρου, οπου ηκμασαν σπουδαιοι μαστορες της πετρας.
Γι αυτο και εμφανιζονται καποιες διαφοροποιησεις αναμεσα σε φρασεις και λεξεις των μαστοροχωριων της Σιατιστας και σε αναλογες των ορεινων χωριων των Τζουμερκων.
Δευτερον και κυριοτερον, οι λεξεις εχουν καταχωρηθει με την αλφαβητικη σειρα της σημασιας τους στην νεοελληνικη, πραγμα που πιστευω οτι εξυπηρετει καλυτερα. Η προφορα των κουδαριτικων λεξεων εχει κρατηθει, οσο ηταν δυνατο και στην γραπτη διατυπωση της καθε λεξης.
Ειναι γνωστο οτι στις ντοπιολαλιες της Ηπειρου υπαρχουν αρκετες γραμματικες ιδιαιτεροτητες, οπως επι παραδειγματι η μετατροπη του -ο σε -ου, η αποκοπη ατονων φωνηεντων κ.λπ.
Νομιζω πως ειναι ακομψο να βιαζουμε τις λεξεις για να τις φερουμε στα μετρα της κοινης νεοελληνικης, που εχουμε συνηθισει να μιλαμε.
Οπως ελεγε και ο Παπαδιαμαντης, το κριθαρι το λεγανε κ'θαρ στον τοπο του και κριθη στην γλωσσα των λογιων.
Αναλογα με το πως λαληθηκε μια ιδιολεκτος, καλο ειναι και να καταγραφεται.
Αλλωστε στις γλωσσες, μυστικες η φανερες, οι ανθρωποι εχουν χαραξει τα ονειρα τους.
Κι αν θες αληθινα να κοιταξεις ισια, στα καταβαθα της ιστοριας, πρεπει να το καμεις με την ντροπαλωσυνη και την μυστικοτητα του Ιερου, που σεβεται ο,τι αγγιζει...
ΠΗΓΗ
Από το Blogger.