Σε ποιο ελληνικό χωριό μιλάνε την δική τους γλώσσα που κανείς άλλος δεν μπορεί να καταλάβει;

«Δεν είναι ελληνικά, ούτε κυπριακά, ούτε τουρκικά. Είναι μια δική μας γλώσσα που μόνο οι ντόπιοι του χωριού μας μπορούν να καταλάβουν. Ούτε καν οι υπόλοιποι Ροδίτες, γιατί δεν πρόκειται για μια διάλεκτο, αλλά για μια δική μας γλώσσα, τη λεγόμενη αρχαγγελίτικη». Ετσι χαρακτηρίζει ο πρόεδρος της Κοινότητας Αρχαγγέλου Αργύρης Αργυρού μιλώντας στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» τη «δική τους» γλώσσα που μιλούν στην κοινότητα Αρχαγγέλου στη Ρόδο και που διδάσκονται από στόμα σε στόμα οι 8.000 κάτοικοι της περιοχής, έχοντας τον δικό τους μυστικό κώδικα επικοινωνίας.

Είναι το μοναδικό χωριό της Ελλάδας που έχει αναπτύξει τη δική του γλώσσα και παρά την προσπάθεια που γίνεται εδώ και πολλά χρόνια με τη συνδρομή γλωσσολόγων, φιλολόγων και πανεπιστημιακών, ακόμη δεν έχουν καταλήξει ποια ακριβώς είναι η ρίζα της, αφού πρόκειται για ανάμειξη ελληνικών, κυπριακών και τουρκικών λέξεων, χωρίς να υπερισχύει όμως καμία από τις παραπάνω γλώσσες.

«Ούτε ένας Ελληνας δεν μπορεί να μας καταλάβει, ούτε ένας Κύπριος, ούτε ένας Τούρκος. Ισως μόνο κάποιες λέξεις. Αν ακούσεις δύο ηλικιωμένους να μιλάνε αρχαγγελίτικα σίγουρα θα τα χάσεις», σημειώνει ο κ. Αργυρού στα «Π». Οπως ξεκαθαρίζει και οι 8.000 κάτοικοι του χωριού μιλούν στην καθημερινότητά τους τη συγκεκριμένη γλώσσα, κάτι που περνάει από γενιά σε γενιά, χωρίς να διδάσκεται φυσικά, αλλά μόνο μέσα από την καθημερινή χρήση της διαρκεί στον χρόνο και κάνει τον τόπο τους να ξεχωρίζει. Το αποτέλεσμα είναι και η νέα γενιά να γνωρίζει τα «αρχαγγελίτικα», κάτι που κάνει τη γλώσσα τους να διαρκεί… αιώνες τώρα, αλλά και να παραμένει ένα μεγάλο μυστήριο για τους επισκέπτες του χωριού και όχι μόνο. «Μπορεί οι νέοι μας να μαθαίνουν ξένες γλώσσες για τις ανάγκες των σπουδών τους ή για επαγγελματική αποκατάσταση, όμως μόνο οι κάτοικοι του Αρχαγγέλου θα μπορούν να έχουν στο βιογραφικό τους και την αρχαγγελίτικη γλώσσα», αναφέρει με χιούμορ ο κ. Αργυρού.
Ούτε καν οι υπόλοιποι Ροδίτες δεν μπορούν να καταλάβουν τα αρχαγγελίτικα. Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει προσπάθεια να καταγραφεί η συγκεκριμένη γλώσσα, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που επιστήμονες έχουν καταφθάσει στον Αρχάγγελο Ρόδου προκειμένου να μελετήσουν την περίεργη αυτή «διάλεκτο». Οι ντόπιοι επιμένουν ότι πρόκειται για μια δική τους γλώσσα και δεν θεωρούν ότι είναι μια ροδίτικη διάλεκτος, εκτιμώντας ότι όλες οι ντοπιολαλιές της Ρόδου έχουν μεταξύ τους κάποια κοινά χαρακτηριστικά και κοινές λέξεις, ενώ τα αρχαγγελίτικα είναι εντελώς διαφορετικά.




Μπορεί να μην κατάφεραν οι επιστήμονες να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους για την «καταγωγή» των αρχαγγελίτικων, όμως, πριν από λίγο καιρό ολοκληρώθηκε μια σημαντική προσπάθεια καταγραφής της γλώσσας και των λέξεων που χρησιμοποιούν οι κάτοικοι του Αρχαγγέλου.

Λεξιλογιο

Μετά από πολλές ωστόσο προσπάθειες να καταγραφεί η συγκεκριμένη γλώσσα, τελικά πριν από λίγες ημέρες ολοκληρώθηκε και κυκλοφόρησε το βιβλίο του Φώτη Ψαρά, ο οποίος κατέγραψε όλα τα στοιχεία της, μέσα από τα αποτελέσματα των ερευνών, επιστημονικών και σε επίπεδο παράδοσης, που έχουν γίνει μέχρι στιγμής, προκειμένου να υπάρχουν και «ντοκουμέντα» για τα «αρχαγγελίτικα».

«Το βιβλίο με τίτλο “Η Αρχαγγελίτικη Γλώσσα-Λεξιλόγιο Εννοιολογικό-Ετυμολογικό”, είναι το αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας ενασχόλησής μου με την ιδιωματική γλώσσα μας. Ξεκίνησε όταν ο αείμνηστος γυμνασιάρχης του Βενετοκλείου, Χ. Παπαχριστοδούλου, μου ζήτησε -ήμουν τότε μαθητής Γυμνασίου- να του φέρω κείμενα γραμμένα στην αρχαγγελίτικη γλώσσα», αναφέρει ο συγγραφέας του βιβλίου, Φώτης Ψαράς και σημειώνει: «Ηταν χρήσιμο να γραφεί ένα ειδικό λεξιλόγιο της αρχαγγελίτικης γλώσσας, αφού τα υπάρχοντα σχετικά συγγράμματα δεν περιέχουν όλες τις αρχαγγελίτικες λέξεις, αλλά και πολλές απ’ αυτές που περιλαμβάνονται αναφέρονται με διαφορετική μορφή και σημασία, αυτή που έχουν σε άλλα χωριά. Εξ άλλου, η αξιόλογη συλλογή λέξεων στο διαδίκτυο γίνεται χωρίς να υπάρχει έλεγχος και σχετική επεξεργασία. Ας θεωρηθεί και το βιβλίο αυτό σαν μια συμβολή στη συμμετοχική αυτή διαδικασία για διάσωση του γλωσσικού μας πλούτου ως στοιχείου ιστορικής κληρονομιάς, σαν μια ψηφίδα για τη συμπλήρωση του γλωσσικού άτλαντα της Ρόδου και σαν μια κατάθεση στην τράπεζα πληροφοριών του τόπου μας».


Αρχαγγελίτικες λέξεις

αβανιά: συκοφαντία, κακολογία
αξαμώννω: μετρώ διαστάσεις
αρκάτζι: ρυάκι
αντζιά = οικιακά σκεύη
άγγρι το, αγκρίζω: δυσαρέσκεια, δυσαρεστώ
άγκωνας: αγκώνας του χεριού
αθέρα: λεπτό αιχμηρό ξυλαράκι
ατζία: μυτερή άκρη ξύλου αλλά και ψωμιού
αλλάβερσι: μακάρυ
αξανάστραφα: ανάποδα
άνηλιος: είδος σάυρας
άκκι πέττι: τέλος πάντων
βίλλα: αρσενικό μόριο, φαλλός
βολά: φορά
βαζάνι: μελιτζάνα
βούρα: τρέξε
βαβάτσινα: βατόμουρα
γαλουλίζω: περπατώ γέρνοντας μια δεξιά και μια αριστερα
γιαν: σαν
γιαρράς: πληγή
για λλόου μου: για μένα
δακκαμακιά: δαγκωματιά - μπουκιά
δαμάλι: νεογέννητο βόδι
δακκώ: δαγκώνω
δεμάτι : μεγάλη δέσμη σταχυών, χόρτων ή κλαδιών
δουκάνα/η: εργαλείο για τ'αλώνια, μεγάλο βαρύ ξυλο με πέτρες και σίδερα για να αλέθει τα στάχυα
δώμα: οροφή σπιτιού
εν τον κάμιω ζάφτι: δεν μπορώ να τον ελέγξω, δεν τον κουμαντάρω
έλα του νου σου: βάλε μυαλό
εμάλλιασεν η γλώσσα μου: επανέλαβα πολλές φορές το ίδιο πράγμα χωρίς αποτέλεσμα
ένα τσιγκρί (τσιμπί): πολύ λίγο
εποκότησε, εποφκάρτη: δεν τα κατάφερε, δεν τα πρόλαβε
ζέχνω: ζευγαρίζω,οργώνω
ζοντάκρα: τανάλιαίλλα τζιαι καλά, ίλλα μου: σώνει και καλά
καμμώ: κλείνω τα μάτια μου
καλαδέρκια: τα παιδιά που οι γονείς του ενός είναι νονοί του άλλου
καννί: καλάμι
καπνίζω: θυμιατίζω
καμός: καημός
καντούνι: γωνιά
καπνιστήρι: το θυμιατό
κκέλης: φαλακρός
κορατζιάζω: διψώ υπερβολικά
κάχρι: μίσος
καρά(ο)λας: σαλιγκάρι
καρτσί: απέναντι
κάσκα: το κράνος
καταλυώ: τελειώνω
κόξα: μέση
κιλίκι: κατάντια
κερακκιά (τερατζιά): χαρουπιά
κλουθώ: ακολουθώ
κούννα: το κουκούτσι ενός καρπού
κωλοσύρνω: τραβώ
λακερντί: κουβέντα,συζήτηση
λαμπάζω: φοβάμαι, υποφέρω πολύ
λάς: ο λαός
λαψάνα: χόρτο (βρούβα)
λατσώνω τα ρούχα μου: γεμίζω με λάσπη τα ρούχα μου
μιλλέττι: σόι
μαρτί: αρνάκι εξημερωμένο που ακολουθεί αυτόν που το τρέφει
μητσίς: μικρός
μιάλος-η-ο: μεγάλος-η-ο
μίλλα: λίπος
μουλλώνω: σιωπώ
μούζη: καπνιά, μαυρίλα
μάχουμαι: προσπαθώ, πειράζω
μουσκοκαρκιά: γαρύφαλλο
μισίνα: πετονιά
ξανοίω: κοιτάζω με τρόπο τον άλλο για να βγάλει από το στόμα του κάτι που δεν θέλει να πει.
ξεροτηάνηση: τσιγαρισμένο κρεμμύδι σε μπόλικο λάδι
ξεροτήανο: τηγανίτα
ξεσκουλλώ: ξεσκεπάζω, σκίζω
ξυλιάζω - εξύλιασα: πάγωσα από το κρύο (έγινα ξύλο)
παστός: ο νυφικός θάλαμος στην Πάφο. Ονομάζεται μάνασσα στην υπόλοιπη Κύπρο
πασπατεύκω: ψάχνω στα τυφλά
πάντα: ή άκρη
πατατούκα: το παλτό, η κάπα
πατανία: κουβέρτα
ράστιν: κατά σύμπτωση
ρίφι: κατσικάκι
ρότσα: πέτρα
σαλαβατώ: μαστιγώνω, λέγω φράσεις που δεν γίνονται αντιληπτές
σαλα(ω)νώ: σείωμαι, σαλεύω, μετακινούμαι συνέχεια
σανία: ειδική ξύλινη σανίδα για τοποθέτηση ψωμιών πριν το φούρνο
σινί: ταψί
σφοτζελλώ: μουντζώνω
τανώ: τεντώνω, απλώνω, τείνω χείρα βοήθειας
τατάς: νονός
ττέλι: το μεταλλικό σύρμα, καλώδιο
τρουλλώνω: παραγεμίζω
τσαττώ: συναντώ κάποιον απρόσμενα. π.χ. ετσάτισσα πάνω του
Τσιμ(ι)νιά: τζάκι
φακούρα η: μεγάλο πανί με το οποίο περιτυλίγουν τα σπάργανα
φακκώ: κτυπώ, τρακάρω
χαβούζα: μεγάλη δεξαμενή
χαζίρικα: αγαθά μη δουλεμένα, χωρίς μόχθο
χωραήτης: απο τη χωρα δηλ την πόλη δηλ απο την Ρόδο ή Λευκωσία
χαμνός: χαλαρός, νερουλός
χάττιν: Αν έχεις χάττιν κάμε το. Μόνο με σουλτανικό διάταγμα μπορείς να το κάνεις
χαττάς: δυστύχημα από απροσεξία
χάσκω: χαζεύω
χασκιάζω: κάμνω το άλλο να μείνει με ανοικτό το στόμα σαν αποκοιμισμένος
χρουσόμηλο: βερύκοκο
χτιτζιό: η φθήση. Χτιτζιάζω από τη ζήλα μου. Χτιτζιάρης: φθησικός
ψατζί: φαρμάκι, δηλητήριο
ώρα καλή: κυπριακός χαιρετισμός
Loading...
    Blogger Comment
    Facebook Comment