Φαντάσματα, δαίμονες και βρυκόλακες στην Αρχαία Ελλάδα

ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ
Τα γνωστά σε όλους μας φαντάσματα,εμφανίζονται για πρώτη φορά σε λογοτεχνικό κείμενο από τον Όμηρο,στα έργα του Ιλιάδα και Οδύσσεια.Εκεί,τα ομηρικά πνεύματα αναφέρονταν ως οντότητες του Άδη,που είχαν μικρή αλληλεπίδραση με τον κόσμο των ζωντανών.
Περιοδικά,καλούνταν από τους ζώντες έτσι ώστε να δώσουν κάποιο χρησμό,προφητεία ή συμβουλή και δεν φαίνεται σε καμία έκφανση ότι ήταν αντικείμενο φόβου.Οι μορφές τους περιγράφονταν ως ατμός,καπνός ή και ακόμα πλήρως υλικοί,φαινόμενοι,μάλιστα,με το παρουσιαστικό τους που είχαν πριν πεθάνουν,ακόμα και με τις πληγές τους. Μέχρι τον 5ο αιώνα,όμως,οι κλασσικοί Έλληνες είχαν αλλάξει τις ιδιότητες των πνευμάτων.Έτσι,η πίστη τους τα παρουσίαζε ως τρομακτικά πλάσματα και στοιχειά,τα οποία μπορούσαν να έχουν είτε καλούς είτε κακούς σκοπούς.Πιστεύονταν ότι τα πνεύματα των νεκρών «κατοικούσαν» κοντά στα σημεία ταφής των σωμάτων τους και τα αρχαία νεκροταφεία θεωρούνταν ως μέρη που έπρεπε να τα αποφεύγουν.Επίσης,οι νεκροί έπρεπε να θρηνηθούν(υπήρχε μάλιστα ο θεσμός των γοητών) μέσω δημόσιων τελετών,που περιλάμβαναν ειδικές τελετουργίες,σπονδές και θυσίες,διαφορετικά μπορεί να γυρνούσαν για να προξενήσουν κακό στους συγγενείς τους.Ακόμα,στην Αρχαία Ελλάδα λάμβαναν μέρος ετήσιες γιορτές για να τιμήσουν και να καθησυχάσουν τα πνεύματα των νεκρών,στις οποίες καλούνταν κιόλας τα οικογενειακά «φαντάσματα»,ενώ στο τέλος τους, η αποφώνηση τα προέτρεπε να φύγουν μέχρι την γιορτή του επόμενου χρόνου.

Η Ορέστεια,ένα από τα πιο σπουδαία έργα του Αισχύλου,περιλαμβάνει μία τέτοια επίκληση στον τάφο του Αγαμέμνονα,τόσο από την κόρη του Ηλέκτρα προς εφησυχασμό του πνεύματος,όσο και από τον γιο του Ορέστη,έτσι ώστε το πνεύμα του πατέρα του να τον βοηθήσει στην αποστολή του για εκδίκηση απέναντι στην μητέρα του.
Υπάρχουν αρκετές ακόμα αναφορές πνευμάτων στην Κλασσική Ελλάδα.Ο Ηρόδοτος διηγείται την ιστορία του Περίανδρου,τον τύραννο της Κορίνθου,και του φαντάσματος της γυναίκας του.Ακόμα και ο δολοφονημένος Σπαρτιάτης Παυσανίας,θεωρούνταν ότι στοίχειωνε τον ναό της Αθηνάς.Τέλος,αξίζει να αναφερθεί και ο Στωικός Φιλόσοφος Αθηνόδωρος(74-7 π.Χ),ο οποίος,όπως έγραφε ο Ρωμαίος Πλίνιος ο Νεότερος(61-113 μ.Χ.),κατοικούσε σε στοιχειωμένο σπίτι.Ο ίδιος ο Αθηνόδωρος αντιλήφθηκε αυτήν την ιδιότητα του σπιτιού όταν είδε έντρομος αργά την νύχτα ένα φάντασμα με αλυσίδες.Ακολουθώντας το πνεύμα το βρήκε να στέκεται σε ένα συγκεκριμένο σημείο της αυλής,στο οποίο ανακάλυψε μετά από σκάψιμο έναν ανθρώπινο σκελετό με αλυσίδες.Μετά τον σωστό ενταφιασμό των οστών το στοίχειωμα τελείωσε.
Ο πατέρας της ιστορίας, Ηρόδοτος, αναφέρει στην «Ερατώ» ότι κατά τη διάρκεια της μάχης του Μαραθώνα ο Επίζηλος του Κουφαγόρα έχασε το φως του χωρίς να πληγωθεί. Όπως είπε ο ίδιος, είδε έναν πολεμιστή γίγαντα που το μακρύ του γένι σκέπαζε την ασπίδα του.

Το φάντασμα αυτό πέρασε από δίπλα του χωρίς να τον αγγίξει, αλλά σκότωσε τον διπλανό του. Από τότε ο Επίζηλος τυφλώθηκε και δεν ξαναείδε μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο ίδιος συγγραφέας γράφει στην «Ουρανία» ότι στη ναυμαχία της Σαλαμίνας το αρχικό σχέδιο των Ελλήνων ήταν να υποχωρήσουν προς τα στενά της Σαλαμίνας, αλλά, ενώ υποχωρούσαν, εμφανίστηκε ένα φάντασμα γυναίκας και φώναξε με φωνή τόσο δυνατή, ώστε την άκουσαν όλοι: «Ω πονηροί, μέχρι που με την πρύμνη θα υποχωρείτε;» Η επίπληξη αυτή του φαντάσματος έκανε τους Έλληνες να σταματήσουν να υποχωρούν και να επιτεθούν στον εχθρό. Στην «Ουρανία» υπάρχει και μια άλλη αναφορά εμφάνισης φαντασμάτων:

Όταν οι Πέρσες εκστράτευσαν εναντίον των Δελφών, κυριεύτηκαν από φόβο, όταν εμφανίστηκαν μπροστά τους δυο υπερφυσικά ψηλοί οπλίτες που τους κυνήγησαν και σκότωσαν πολλούς. Για τους πολίτες αυτούς οι κάτοικοι των Δελφών έλεγαν πως είναι ο Φύλακος και ο Αυτόνοος, τοπικοί ήρωες, τα τεμένη των οποίων βρίσκονταν κοντά στον ναό.

ΔΑΙΜΟΝΕΣ
Στα κείμενα των αρχαίων γίνεται αναφορά και σε κακοποιούς δαίμονες. Ο Παυσανίας στα Ηλιακά αναφέρει πως οι κάτοικοι της Τεμέσας της Ιταλίας υπέφεραν από κάποιον δαίμονα, ο οποίος ήταν ο Πολίτης, ένας ναύτης του Οδυσσέα, βασιλιά της Ιθάκης. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού αυτός βίασε μια κοπέλα και οι κάτοικοι της Τεμέσας τον λιθοβόλησαν, οπότε αυτός γύρισε από τον άλλο κόσμο για να τους εκδικηθεί.

Η Πυθία έδωσε στους κατοίκους τον χρησμό να κτίσουν ναό αφιερωμένο στον δαίμονα κι εκεί να του θυσιάζουν κάθε χρόνο την ομορφότερη παρθένα της πόλης. Αυτό πράγματι ησύχασε τον δαίμονα. Κάποτε πέρασε από την Τεμέσα ο παλαιστής Εύθυμος, υπαρκτό πρόσωπο, επανειλημμένα ολυμπιονίκης και γνωστός σε όλη την αρχαία Ελλάδα για τη δύναμή του. Αυτός, λοιπόν, απάλλαξε την πόλη από τον δαίμονα παλεύοντας μαζί του και ρίχνοντάς τον στη θάλασσα. Οι κάτοικοι τον τίμησαν και του έδωσαν για σύζυγο την κοπέλα που προοριζόταν για θυσία εκείνη τη χρονιά.

ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ
Συγγραφείς που κάνουν αναφορές σε λυκανθρωπία είναι ο Ηρόδοτος και ο Παυσανίας. Ο πρώτος στη Μελπομένη αναφέρει τη φήμη ότι οι Νευροί, λαός της Σκυθίας, κάθε χρόνο για λίγες μέρες μεταμορφώνονται σε λύκους. Προσθέτει όμως ότι ο ίδιος δεν πείθεται από τη φήμη αυτή. Ο δεύτερος στα Αρκαδικά αν και γενικά κοροϊδεύει όσους πιστεύουν στις μεταμορφώσεις ανθρώπων σε ζώα, ωστόσο δέχεται κι αυτός ότι ο Λυκάων, βασιλιάς της Αρκαδίας, γιος του Πελασγού και της Μελίβοιας, μεταμορφώθηκε πράγματι σε λύκο. Τη μεταμόρφωση την αποδίδει στο γεγονός ότι στην εποχή του οι άνθρωποι ήταν ενάρετοι, είχαν άμεση σχέση με τους θεούς, από τους οποίους μπορούσαν να ζητήσουν ό,τι ήθελαν.

Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση βαμπιρισμού αναφέρει ο Παύλος Αίλιος Φλέγων στο έργο του «Περί θαυμασίων και μακροβίων». Επί ρωμαϊκής κατοχής στην πόλη Τράλλεις (σημερινό Αϊδίνιο) της Μ. Ασίας ζούσε ο Δημόστρατος, ένας πλούσιος έμπορος και η γυναίκα του Χαριτώ, είχαν μια κόρη, τη Φιλίνιον, η οποία όμως πέθανε νέα. Κάποτε το ζευγάρι φιλοξενούσε στο σπίτι του έναν νέο, τον Μαχάτη. Αυτός ο νέος δέχεται τις νύχτες στο δωμάτιό του τις επισκέψεις της νεκρής Φιλίνιον, η οποία κάνει μαζί του έρωτα όλη τη νύχτα. Αυτό παραπέμπει στους θρύλους που παρουσιάζουν συχνά τους βρικόλακες έντονα ερωτικούς. Όταν οι γονείς της ανακαλύπτουν πως η κόρη τους βγαίνει από τον τάφο της, εμφανίζονται ξαφνικά μπροστά της και τρέχουν να την αγκαλιάσουν. Εκείνη όμως τους κατακρίνει για την περιέργειά τους και πεθαίνει εκ νέου χωρίς να αποκαλύψει για ποιο λόγο οι θεοί την έστειλαν και πάλι στη ζωή. Αυτό που μπορεί να υποθέσει κάποιος είναι ότι επειδή πέθανε νέα, στερήθηκε τον έρωτα, οπότε τώρα γύρισε από τον τάφο της για να τον χαρεί. Όπως και να’ χει, η Φιλίνιον είναι ένας βρικόλακας, που όχι μόνο δεν είναι επικίνδυνος, αλλά παντελώς απροστάτευτος.
Loading...
    Blogger Comment
    Facebook Comment