Γιατί η κατακόρυφη πτώση του πετρελαίου είναι δυσμενής εξέλιξη για την παγκόσμια οικονομία

Παραμένουν οι ανησυχίες σχετικά με την παγκόσμια υπερπροσφορά και τη συνεχιζόμενη αύξηση της αμερικανικής παραγωγής
Το πετρέλαιο διολίσθησε σε χαμηλά 10 μηνών την περασμένη εβδομάδα – την πέμπτη συνεχόμενη με πτώση, στο μεγαλύτερο σερί εβδομαδιαίων ζημιών από τον Αύγουστο του 2015 – έχοντας χάσει το 3,9% της αξίας του, εν μέσω των επίμονων ανησυχιών για την παγκόσμια υπερπροσφορά και τη συνεχιζόμενη αύξηση της αμερικανικής παραγωγής.
Το αμερικανικό αργό είχε ανέλθει στο υψηλό των 55,45 δολ. ανά βαρέλι τον Φεβρουάριο του 2017, πριν αρχίσει να κατρακυλά και διολισθήσει σε «bear market» την περασμένη εβδομάδα.
Την ίδια ώρα, ο αριθμός των εξεδρών γεώτρησης πετρελαίου στις ΗΠΑ βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο τους από τον Απρίλιο του 2015.
Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση του αμερικανού προέδρου Donald Trump έδωσε πρόσφατα το «πράσινο φως» για να ξεκινήσει τη λειτουργία του ο αμφιλεγόμενος αγωγός πετρελαίου Dakota Access, ενώ χορήγησε άδεια για την κατασκευή του αγωγού Keystone XL από τον Καναδά στις ΗΠΑ.
Κι ενώ κάποιος θα μπορούσε πολύ εύλογα να σκεφτεί πως αυτή η «βουτιά» των τιμών του πετρελαίου θα μπορούσε να δώσει ώθηση στην παγκόσμια οικονομία, δεδομένου του οφέλους που μπορούν να αποκομίσουν οι καταναλωτές από τα χαμηλά κόστη, εντούτοις μια τόσο απότομη πτώση των τιμών θα μπορούσε να έχει ορισμένες ανησυχητικές επιδράσεις.

Μια μακροπρόθεσμη πτώση στην τιμή του πετρελαίου πρέπει να θεωρηθεί ως μια εξέλιξη θετική ή απειλητική;

Εκ πρώτης όψεως, οι χαμηλότερες και σταθερότερες τιμές της ενέργειας θα έπρεπε να συνιστούν ένα καθαρό όφελος για την παγκόσμια οικονομία, όταν είναι το αποτέλεσμα μιας αύξηση της προσφοράς, και όχι μιας πτώσης στη ζήτηση που αντικατοπτρίζει οικονομική στασιμότητα.
Ωστόσο, ακόμη και στον ανεπτυγμένο κόσμο, μια απότομη πτώση στην τιμή του πετρελαίου θα μπορούσε να έχει ανησυχητικές επιδράσεις.
Οι καταναλωτές μπορεί να κερδίζουν, αλλά η συνολική ώθηση μπορεί να μην είναι τόσο έντονη όπως και στις προηγούμενες δεκαετίες, όταν οι πλούσιες οικονομίες είχαν μεγαλύτερη ανάγκη από την ενέργεια και ήταν υπήρχε ένα μεγαλύτερο περιθώριο για τις κεντρικές τράπεζες να μειώσουν τα χρεωστικά επιτόκια σε απάντηση.
Επιπρόσθετα, μια σημαντική πτώση του πετρελαίου θα μπορούσε να πλήξει τις κεφαλαιουχικές δαπάνες και τα κέρδη των εταιρειών ενέργειας και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας.
Οι πραγματικοί κίνδυνοι, όμως, βρίσκονται στις αναδυόμενες αγορές που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές πετρελαίου.
Η πτώση των τιμών του πετρελαίου συνοδεύεται σχεδόν πάντα από μια ανατίμηση του αμερικανικού δολαρίου και μια αντίστοιχη σχετική πτώση των νομισμάτων μιας σειράς αναδυόμενων οικονομιών της αγοράς – ιδίως των χωρών που εξαρτώνται από τις εξαγωγές πρωτογενών προϊόντων και ειδικότερα των χωρών στις οποίες οι εξαγωγές πετρελαίου αποτελούν σημαντικό μέρος των συνολικών τους εξαγωγών.
Μέχρι στιγμής, η τελευταία διολίσθηση της τιμής του πετρελαίου δεν συνοδεύτηκε από sell-off στις αναδυόμενες αγορές.
Ήρθε ως κάτι λιγότερο από ένα σοκ, μετά από αρκετά χρόνια μεταβλητών τιμών.
Και, για πρώτη φορά, δεν συνοδεύτηκε από ένα «τιμωρητικά» ισχυρό δολάριο.
Αλλά εάν τιμές παραμείνουν στο τρέχον επίπεδό τους, οι πιέσεις στα μέλη του Οργανισμού Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών (ΟΠΕΚ) θα μπορούσαν να οξυνθούν — και οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να γίνουν αισθητές πέρα από τα σύνορά τους.
Επιπλέον, η μείωση των τιμών του πετρελαίου θα μπορούσε να ασκήσει καθοδικές πιέσεις στον πληθωρισμό παγκοσμίως, οδηγώντας ακόμη και σε αποπληθωρισμό.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε με τη σειρά της να οδηγήσει πιθανώς σε ακόμη περισσότερες «ενέσεις» ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες, με τη μορφή της ποσοτικής χαλάρωσης, τροφοδοτώντας περαιτέρω τις φούσκες του χρηματιστηρίου και των ομολόγων.
Την ίδια ώρα, αρνητικές είναι οι επιδράσεις της πτώσης του πετρελαίου και στις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές, καθώς οι ενεργειακές εταιρείες, που έχουν σημαντικό βάρος στους δείκτες, καταγράφουν σημαντικές ζημιές.

Οι επενδυτές δεν πείθονται από τα μέτρα του ΟΠΕΚ

Όταν στα τέλη του 2016, ο ΟΠΕΚ κατέληξε μαζί με άλλους παραγωγούς πετρελαίου σε μια συμφωνία για τη μείωση της παραγωγής, την είχε παρουσιάσει σαν ένα προσωρινό μέτρο προκειμένου να επαναφέρει σε ισορροπία στην παγκόσμια αγορά.
Εξάλλου, ο Khalid al-Falih, Υπουργός ενέργειας της Σαουδικής Αραβίας, δήλωσε τον Μάρτιο του 2017:
«Η ιστορία έχει δείξει ότι οι παρεμβάσεις σε απάντηση στις διαρθρωτικές μεταβολές είναι σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικές».
Σύμφωνα με το «Bloomberg», αν και το ποσοστό συμμόρφωσης στη συμφωνία του ΟΠΕΚ έφθασε το 106% τον περασμένο Μάιο, ωστόσο τίποτα δεν επιτεύχθηκε, καθώς οι τιμές είναι χαμηλότερες, απ’ όσο ήταν πριν την αρχική συμφωνία του Δεκεμβρίου του 2016.
Αντιθέτως με τον στόχο, οι συμμετέχοντες στη συμφωνία όχι μόνο θυσιάζουν μέρος του όγκου της παραγωγής τους, αλλά κερδίζουν και λιγότερα για κάθε βαρέλι που παράγουν.
Η τιμή του Brent έπεσε την περασμένη εβδομάδα κάτω από τα 45 δολ. το βαρέλι και, παρόλο που στο τέλος της εβδομάδας κατάφερε να ανακάμψει, έχει πλέον χάσει όλα τα κέρδη που είχε αποκομίσει μετά τη συμφωνία του ΟΠΕΚ.

Παρά την απόφαση μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας, της Ρωσίας και άλλων παραγωγών να επεκτείνουν τις περικοπές για εννέα άλλους μήνες, οι επενδυτές σαφώς δεν έχουν πειστεί ότι η επίμονη υπερπροσφορά είναι βραχυπρόθεσμη, ή ότι τα μέτρα αυτά θα είναι αρκετά για να την αντιμετωπίσουν.
Και μάλλον έχουν βάσιμους λόγους να είναι επιφυλακτικοί.
Οι τελευταίες προβλέψεις από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας είναι ότι η παγκόσμια ζήτηση για το πετρέλαιο θα αυξηθεί το 2018 γρηγορότερα από ό,τι αναμενόταν μέχρι πρότινος.
Εκτός αυτού, μπορεί η Σαουδική Αραβία, η Ρωσία και οι σύμμαχοί τους να μειώνουν την παραγωγή, η προμήθεια όμως που είναι πέρα από τον έλεγχό τους, διαρκώς αυξάνεται.
Η Λιβύη και η Νιγηρία – δύο μέλη του ΟΠΕΚ που απαλλάσσονται από τις περικοπές - και οι Αμερικανοί παραγωγοί σχιστολιθικού πετρελαίου, που επλήγησαν σοβαρά από την κατάρρευση των τιμών των βασικών εμπορευμάτων το 2014, έχουν γίνει πιο δυνατοί και πιο αποτελεσματικοί και αυξάνουν την παραγωγή τους, υπονομεύοντας τις προσπάθειες χαλιναγώγησης του παγκόσμιου πλεονάσματος.
Περαιτέρω περικοπές από τον ΟΠΕΚ - μια ιδέα που απορρίφθηκε μόλις πριν από έναν μήνα - ακόμη δείχνουν απίθανες.
Προς το παρόν τουλάχιστον, η υπόσχεση της Σαουδικής Αραβίας να κάνει «ό,τι χρειάζεται» προκειμένου να σταθεροποιηθούν οι τιμές, μοιάζει να μην έχει φέρει και πολλά αποτελέσματα.
Εξάλλου, η επίτευξη μιας νέας συμφωνίας μεταξύ των μελών του ΟΠΕΚ για περαιτέρω μείωση της παραγωγής θα ήταν δύσκολη υπόθεση, δεδομένου ότι τα κράτη που έχουν ήδη πραγματοποιήσει μειώσεις, δείχνουν να έχουν αρχίσει να χάνουν έδαφος από τους ανταγωνιστές που συνεχίζουν να αυξάνουν τις προμήθειές τους και μάλλον δεν θα ανεχτούν για πολύ αυτή την κατάσταση.
Επιπλέον, καμία από τις μεγάλες κυρίως πετρελαιοπαραγωγούς χώρες που συμμετέχουν στη συμφωνία, όπως η Ρωσία, δεν έχουν την διάθεση για πραγματικές θυσίες.
Ειδικά για τη Ρωσία, στη μείωση της παραγωγής της συνέβαλαν συνήθεις εποχιακοί παράγοντες, όπως οι εργασίες συντήρησης των εγκαταστάσεων στα κοιτάσματα, εκτιμώντας ότι η διατήρηση των σημερινών επιπέδων παραγωγής μπορεί να είναι δύσκολη για το υπόλοιπο 2017, όπως σημειώνει το «Bloomberg».
Την ίδια στιγμή, οι παραγωγοί ανανεώσιμων πηγών ενέργειας καθίστανται ολοένα και περισσότερο σε θέση να ανταγωνιστούν χωρίς επιδοτήσεις.
Όπως σχολιάζουν οι «Financial Times», οποιοδήποτε εποικοδομητικό όραμα για το μέλλον θα πρέπει να περιλαμβάνει μια πολύ μικρότερη εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, μια κερδοφόρα παραγωγή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας παραγωγής και μια μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε όλους τους χώρους.

Ελευθερία Πιπεροπούλου
ΠΗΓΗ
Loading...
    Blogger Comment
    Facebook Comment